Δήμος Βόρειας Κυνουρίας
Small text Medium text Large text

αναζήτηση


FAQ Downloads Sitemap Οδηγίες Χρήσης

FAQ Downloads Sitemap Οδηγίες Χρήσης

Το Κάστρο της Ωριάς

Κοντά στον Αγιο Ιωάννη Κυνουρίας, 2 χιλιόμετρα από τον αμαξιτό δρόμο και πάνω σε έναν λόφο στη θέση "Ξηροκάμπι" σώζονται τα ερείπια του Κάστρου της Ωριάς, μεσαιωνικού κάστρου κτισμένου την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Σύμφωνα με την παράδοση, το κάστρο ανήκε σε μια γενναία και όμορφη Φράγκισα αρχόντισσα, που πολεμούσε μέσα από αυτό 12 χρόνια τους Τούρκους. Όταν τελικά το κάστρο καταλήφθηκε με δόλο, η αρχόντισσα πήδησε από τα τείχη στο κενό, προκειμένου να μην τη συλλάβουν αιχμάλωτη οι εχθροί. Την ιστορία αυτή αφηγείται και το παρακάτω δημοτικό τραγούδι. Από το κάστρο, διασώζονται λείψανα του οχυρωτικού περιβόλου, των πυλών και ενός πύργου.

 

Του κάστρου της Ωριάς
 
Όσα κάστρα κι αν είδα κι όσα λόγιασα
σαν της Ωριάς το κάστρο δεν ελόγιασα
Σαράντα πύργους έχει όλο μάλαγμα
κι άλλους σαρανταπέντε για τον πόλεμο
 
Τούρκος το πολεμάει χρόνους δώδεκα
και δεν μπορεί να το πατήσει
Ένας κακός Τουρκάκης ένας Κόνιαρος
πάγει στο βασιλέα και τον προσκυνά:
 
-Αφέντη βασιλέα, τ' ειν' το τάγμα σου;
-Χίλια φλωριά σε δίνω κι άλογο καλό
και δυο σπαθιά 'σημένια για τον πόλεμο
-Ουδέ τ' άσπρα σου θέλω ουδέ τα σπαθιά
μόνε την κόρη θέλω που 'ναι στα γυαλιά
-Ωσάν το κάστρο πάρεις, χάρισμα κι αυτή
 
Καλογεράκι εγίνη, ράσα φόρεσε
πάγει στην πόρταν, κλαίει, πέφτει, προσκυνάει
κλαίει και γονατίζει και παρακαλάει:
-Aνοιξε, την πόρτα την πόρτα της Ωριάς
πόρτα της μαυρομάτας της βασίλισσας.
 
-Συ εισ' ένας Τουρκάκης, ένας Κόνιαρος
φέυγα και σε σκοτώνουν, φέυγα, σε κρεμνούν
-Μα το σταυρόν, κυρά μου, μα την Παναγιάν
ουδέ Τουρκάκης είμαι ουδέ Κόνιαρος
είμαι καλογεράκης απ' ασκηταριό
της πείνας αποθαίνω και λυπήσου με
 
-Για δώτε τον ψωμάκι κι άμε στο καλό
-Κυρά, στην εκκλησίαν να προσευχηθώ
Aνοιξε την πόρτα, την πόρτα της Ωριάς
πόρτα της μαυρομάτας της βασίλισσας
 
-Για ρίξετε τους γάντζους να τον πάρετε
-Τα ράσα μ' είναι σάπια και ξεσχίζονται
-Για ρίξετε το σάκο να τον πάρετε
-Α, μη κυρά, το σάκο, κι αντραλίζομαι
 
Η πόρτα μισανοίγει, γέμισ' η αυλή.
Άλλοι στ' άσπρα χυθήκαν κι άλλοι στα φλωριά
κι αυτός μέσα στην κόρην, που 'ναι στα γυαλιά
κι η κόρη σαν τον είδε, έπεσε στο γιαλό

 


Δήλωση Προστασίας Δεδομένων Powered by SingularLogic